ItalianoGreco


obsolescènza  
sostantivo femminile

Pronuncia I.P.A.: [obsoleʃˈʃɛntsa]

1 κατάργηση
2 σαραβάλιασμα
3 αχρήστευση από παλαιότητα
4 αχρηστία
5 βαθμιαία αχρήστευση
6 αχρήστευση

permalink
Hai problemi con i font greci? CLICCA QUI




Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---