GrecoItaliano

Display virtual keyboard interface

ειρηνικός  
aggettivo

1 pacifico ειρηνικές διαθέσεις intenzioni pacifiche | ειρηνική συνύπαρξη coesistenza pacifica | ειρηνικός άνθρωπoς persona pacifica
2 pacifico, sereno ειρηνική ατμόσφαιρα atmosfera serena

ειρηνικότατος
aggettivo

superlativo di ειρηνικός

ειρηνικότερος
aggettivo

comparativo di ειρηνικός

ειρηνικώτερος
aggettivo

comparativo di ειρηνικός

ερηνικός
aggettivo

variante di ειρηνικός

Hai problemi con i font greci? CLICCA QUI
permalink


Locuzioni, modi di dire, esempi


ο Ειρηνικός Ωκεανός = Oceano αρσ. Pacifico



Sfoglia il dizionario



Display virtual keyboard interface

{{ID:EIRHNIKOS100}}
---CACHE---